Η Πόλις του Καβάφη είναι πάντα ένα επίκαιρο ποίημα για τους ανθρώπους με ευαισθησίες και προβληματισμούς. Σας το αφιερώνουμε με έναν σύντομο σχολιασμό από τη μαθήτρια του Β1 Χόξα Σοφία.
Κ.Π. Καβάφης
Η Πόλις
Είπες• «Θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή•
κ' είν' η καρδιά μου -- σαν νεκρός -- θαμμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θά βρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς•
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -- μη ελπίζεις --
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γη την χάλασες.
Το ποίημα είναι γραμμένο σαν διάλογος, με ύφος γλυκόπικρο και μελαγχολικό. Ο ποιητής θέλει να μας πει σε αυτό το ποίημα ότι την μοίρα μας την καθορίζουμε εμείς και όχι το μέρος στο οποίο βρισκόμαστε. Θέλει να μας δείξει ότι εάν δεν κοιτάξουμε μέσα μας να βρούμε και να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα μας, δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι όπου και να πάμε. Εάν όμως καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε αυτό που μας πονάει, αυτό που μας προβληματίζει μέσα μας, τότε θα καταφέρουμε να ζήσουμε ευτυχισμένοι όπου κι αν βρισκόμαστε.
Το ποίημα μας προκαλεί ένα συναίσθημα της ελπίδας για κάτι καινούριο και καλύτερο, στην πρώτη στροφή, αλλά και μια πίκρα όταν ο ποιητής μας λέει για το πως χαράμιζε την ζωή του τόσα χρόνια. Στην δεύτερη στροφή το ύφος αλλάζει και γίνεται μελαγχολικό και θλιβερό, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την αλήθεια καθώς ο ποιητής απαντάει και εξηγεί πως όλα τα αδιάξοδα δεν πρόκειται να αλλάξουν πηγαίνοντας απλώς σε ένα άλλο μέρος.
Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011
Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011
Από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη «Αϊτός χωρίς φτερά»
(Συνέχεια σσ 6-7)
«Μια μικρή κηλίδα με ένα λεπτό στεφάνι ήταν το πρώτο χαρακτηριστικό σύμπτωμα της «Αγίας Νόσου» όπως λέγεται η ασθένεια του HANSEN (κοινώς λέπρα). Ήταν η σφραγίδα του μαρτυρίου, το σημάδι ότι έπρεπε σιγά σιγά να συνηθίσω στην ιδέα ότι ο σταυρός προετοιμάζεται για να τον σηκώσω και να ανεβώ τον Γολγοθά μου.
Φέρνοντας στη μνήμη μου την εποχή των παιδικών μου χρόνων, νομίζω ότι ήμουν ένα ανήσυχο πνεύμα και το ένστικτό μου με οδηγούσε να είμαι παρατηρητικός και να θέλω να αγγίσω τη ζωή όσο μπορούσα περισσότερο με τρόπο που δεν παρετηρείτο σε άλλα παιδιά.
Καμάρωνα και υπερηφανευόμουν όταν ρωτούσε ο πατέρας μου τον Δάσκαλο και εκείνος εύρισκε πάντοτε τον τρόπο να τον καθησυχάζει για μένα, ότι θα είχα ένα μέλλον λαμπρό και ότι διακρινόμουν στα μαθηματικά που θα μου άνοιγαν την πόρτα για το Πολυτεχνείο.
Ήταν η εποχή που ο Ελληνικός στρατός είχε καταλάβει την Μικρά Ασία και το όνειρο της Μεγάλης Ελλάδας των δύο Ηπείρων και τον Πέντε θαλασσών είχε πραγματοποιηθεί. Στα ηρωικά αυτά χρόνια και εμείς τα μικρά παιδιά συμμετείχαμε στη μεγάλη χαρά και ομαδικά στους δρόμους του χωριού τραγουδούσαμε αυτό το τραγουδάκι («Εσύ θα πας στον πόλεμο παλληκαράς κι αντάρτης/ και ΄γω θα κλαίω θα θρηνώ ώσπου να πας και νάρθης».
Στην ηλικία των 8 ετών το 1922 ξέσπασε μια μεγάλη θύελλα στην Πατρίδα μου, η ανεπανόρθωτη καταστροφή της Μικράς Ασίας, την οποία όμως δε μπορούσα να συνειδητοποιήσω τότε, αλλά βλέποντας τους μεγαλυτέρους να θρηνούν στρατιώτες που δεν επέστρεψαν στο χωριό και τη γενική κατήφεια όλων των συγχωριανών παρασυρόμουνα και εγώ στην γενική μελαγχολία. Μεγάλος συνωστισμός υπήρχε στις πόλεις και στα χωριά από το ενάμισυ εκατομμύριο πρόσφυγες προϊόν της μεγάλης εθνικής καταστροφής. Ως συνέπεια λοιπόν αυτού του συνωστισμού και άλλων αιτίων διεδόθη παντού η ψωρίαση, η οποία εβασάνισε τους Έλληνες επί ένα περίπου έτος.
Οι σχολίατροι κινήθηκαν για να προλάβουν όσο μπορούσαν την εξάπλωσή της στα σχολεία απομονώνοντας εγκαίρως τα τυχόν κρούσματα.
Ήμουν στην Στ΄ τάξη τέλος Μαΐου του 1926, όταν ήλθε ιατρός στο μικρό χωριό μας για να κάμη τη σχετική επιθεώρηση. Μας διέταξε όλους με τη σειρά να τραβήξουμε τα μανίκια από τα σακάκια και από τα πουκάμισά μας και τότε αλλοίμονο στα δικά μου μικρά μπράτσα είδα από μια κηλίδα στρογγυλή ελαφρώς ερυθρά γύρω από την οποία ένα αδιόρατο στεφάνι χώριζε το υγιές μέρος από το άρρωστο.
Το έμπειρο μάτι του ιατρού Ντακάνη, μακαρίτη τώρα, διέγνωσε τη μοίρα μου. Δεν είπε τίποτα ιδιαίτερο σε μένα ούτε στα άλλα παιδιά, ούτε στο Δάσκαλο. Αφού τελείωσε την επιθεώρηση και πριν φύγη για την έδρα του ζήτησε να συναντήση τον μεγάλο μου αδελφό, τον Εμμανουήλ, με τον οποίο συνδεόταν με αδελφική φιλία. Τότε του ανεκοίνωσε ότι έπρεπε να φύγω για την Αθήνα, όπου προ ενός έτους είχε αναχωρήσει η αδελφή μου ως πάσχουσα και αυτή από την ιδίαν νόσον.
Σε μένα δεν ανεκοίνωσαν τίποτα, όμως στα πρόσωπά τους έβλεπα την κατήφεια και την θλίψη. Ακόμη δεν μπορώ να εξηγήσω τη διαίσθηση που παρουσιάζεται σε κείνον που παθαίνει την ασθένεια του Hansen, και τούτο διότι στην προτροπή του Σχολίατρου να ξεκουμπώσω του υποκάμισό μου σαν κάτι να με προειδοποιούσε, δεν ήθελα, και τραβούσα τα μανίκια κουμπωμένα και αργότερα συνειδητοποίησα το γεγονός ότι η αθώα αυτή κίνηση ήταν μοιραία, γιατί αποτελούσε το ξέκομμα από τη ζωή και τον χωρισμό από τον κόσμο και τους άλλους συνανθρώπους, το πέρασμα στην απέναντι όχθη και που το ποτάμι αυτό έμεινε αγεφύρωτο και θα μένη μέχρι να κλείσω τα μάτια».
«Μια μικρή κηλίδα με ένα λεπτό στεφάνι ήταν το πρώτο χαρακτηριστικό σύμπτωμα της «Αγίας Νόσου» όπως λέγεται η ασθένεια του HANSEN (κοινώς λέπρα). Ήταν η σφραγίδα του μαρτυρίου, το σημάδι ότι έπρεπε σιγά σιγά να συνηθίσω στην ιδέα ότι ο σταυρός προετοιμάζεται για να τον σηκώσω και να ανεβώ τον Γολγοθά μου.
Φέρνοντας στη μνήμη μου την εποχή των παιδικών μου χρόνων, νομίζω ότι ήμουν ένα ανήσυχο πνεύμα και το ένστικτό μου με οδηγούσε να είμαι παρατηρητικός και να θέλω να αγγίσω τη ζωή όσο μπορούσα περισσότερο με τρόπο που δεν παρετηρείτο σε άλλα παιδιά.
Καμάρωνα και υπερηφανευόμουν όταν ρωτούσε ο πατέρας μου τον Δάσκαλο και εκείνος εύρισκε πάντοτε τον τρόπο να τον καθησυχάζει για μένα, ότι θα είχα ένα μέλλον λαμπρό και ότι διακρινόμουν στα μαθηματικά που θα μου άνοιγαν την πόρτα για το Πολυτεχνείο.
Ήταν η εποχή που ο Ελληνικός στρατός είχε καταλάβει την Μικρά Ασία και το όνειρο της Μεγάλης Ελλάδας των δύο Ηπείρων και τον Πέντε θαλασσών είχε πραγματοποιηθεί. Στα ηρωικά αυτά χρόνια και εμείς τα μικρά παιδιά συμμετείχαμε στη μεγάλη χαρά και ομαδικά στους δρόμους του χωριού τραγουδούσαμε αυτό το τραγουδάκι («Εσύ θα πας στον πόλεμο παλληκαράς κι αντάρτης/ και ΄γω θα κλαίω θα θρηνώ ώσπου να πας και νάρθης».
Στην ηλικία των 8 ετών το 1922 ξέσπασε μια μεγάλη θύελλα στην Πατρίδα μου, η ανεπανόρθωτη καταστροφή της Μικράς Ασίας, την οποία όμως δε μπορούσα να συνειδητοποιήσω τότε, αλλά βλέποντας τους μεγαλυτέρους να θρηνούν στρατιώτες που δεν επέστρεψαν στο χωριό και τη γενική κατήφεια όλων των συγχωριανών παρασυρόμουνα και εγώ στην γενική μελαγχολία. Μεγάλος συνωστισμός υπήρχε στις πόλεις και στα χωριά από το ενάμισυ εκατομμύριο πρόσφυγες προϊόν της μεγάλης εθνικής καταστροφής. Ως συνέπεια λοιπόν αυτού του συνωστισμού και άλλων αιτίων διεδόθη παντού η ψωρίαση, η οποία εβασάνισε τους Έλληνες επί ένα περίπου έτος.
Οι σχολίατροι κινήθηκαν για να προλάβουν όσο μπορούσαν την εξάπλωσή της στα σχολεία απομονώνοντας εγκαίρως τα τυχόν κρούσματα.
Ήμουν στην Στ΄ τάξη τέλος Μαΐου του 1926, όταν ήλθε ιατρός στο μικρό χωριό μας για να κάμη τη σχετική επιθεώρηση. Μας διέταξε όλους με τη σειρά να τραβήξουμε τα μανίκια από τα σακάκια και από τα πουκάμισά μας και τότε αλλοίμονο στα δικά μου μικρά μπράτσα είδα από μια κηλίδα στρογγυλή ελαφρώς ερυθρά γύρω από την οποία ένα αδιόρατο στεφάνι χώριζε το υγιές μέρος από το άρρωστο.
Το έμπειρο μάτι του ιατρού Ντακάνη, μακαρίτη τώρα, διέγνωσε τη μοίρα μου. Δεν είπε τίποτα ιδιαίτερο σε μένα ούτε στα άλλα παιδιά, ούτε στο Δάσκαλο. Αφού τελείωσε την επιθεώρηση και πριν φύγη για την έδρα του ζήτησε να συναντήση τον μεγάλο μου αδελφό, τον Εμμανουήλ, με τον οποίο συνδεόταν με αδελφική φιλία. Τότε του ανεκοίνωσε ότι έπρεπε να φύγω για την Αθήνα, όπου προ ενός έτους είχε αναχωρήσει η αδελφή μου ως πάσχουσα και αυτή από την ιδίαν νόσον.
Σε μένα δεν ανεκοίνωσαν τίποτα, όμως στα πρόσωπά τους έβλεπα την κατήφεια και την θλίψη. Ακόμη δεν μπορώ να εξηγήσω τη διαίσθηση που παρουσιάζεται σε κείνον που παθαίνει την ασθένεια του Hansen, και τούτο διότι στην προτροπή του Σχολίατρου να ξεκουμπώσω του υποκάμισό μου σαν κάτι να με προειδοποιούσε, δεν ήθελα, και τραβούσα τα μανίκια κουμπωμένα και αργότερα συνειδητοποίησα το γεγονός ότι η αθώα αυτή κίνηση ήταν μοιραία, γιατί αποτελούσε το ξέκομμα από τη ζωή και τον χωρισμό από τον κόσμο και τους άλλους συνανθρώπους, το πέρασμα στην απέναντι όχθη και που το ποτάμι αυτό έμεινε αγεφύρωτο και θα μένη μέχρι να κλείσω τα μάτια».
Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011
Απόσπασμα από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη «Αϊτός χωρίς φτερά»
Ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης πέρασε 20 χρόνια ως ασθενής στη Σπιναλόγκα. Ο δυναμικός του χαρακτήρας, η βαθιά του μόρφωση και ψυχική καλλιέργεια τον βοήθησαν όχι μόνο να αντέξει τη μοίρα του, αλλά και να αγωνισθεί για ένα καλύτερο επίπεδο ζωής για όλους τους ασθενείς του νησιού. Στο εξής θα δημοσιεύουμε αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του, προκειμένου να φωτίσουμε τις συνθήκες ζωής στη Σπιναλόγκα, αλλά και το μεγαλείο ενός ανθρώπου που δίνει με τη ζωή του μαθήματα ανθρωπιάς, περηφάνιας και αξιοπρέπειας...
Πρόλογος
«Το βιβλίο τούτο δε θα γραφόταν ποτέ αν δεν υπήρχε μέσα μου ένα κύμα αγανακτήσεως εναντίον όλων εκείνων που ησχολήθησαν με το θέμα της ζωής των Χανσενικών.
Υψώνω τη φωνή μου και κραυγάζω με όλη τη δύναμή μου διαμαρτυρόμενος εναντίον όλων. Παρουσιάζω την αλήθεια πρόσωπο με πρόσωπο σε όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως ηλικίας, θρησκείας, φυλής ή χρώματος για να διαλύσω το μεγάλο παράπονο εκατομμυρίων Χανσενικών που άφησαν το μάταιο αυτό κόσμο σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Αυτό το βαθύ παράπονο και την πίκρα που βάραινε πάντα τη ζωή τους γιατί οι «υγιείς» σκόπιμα και με κακία είχαν απλώσει ένα πέπλο μυστηρίου γύρω από την ιδιότυπη αυτή αρρώστια που στο κάτω κάτω έβγαινε από τα σπλάχνα της ίδιας της κοινωνίας.
Νέοι και νέαι όλου του κόσμου αγωνισθείτε με όλες σας τις δυνάμεις, για να γκρεμίσετε τα τείχη των προκαταλήψεων και ρίξετε πλούσιο φως για να φωτίσετε τα σκοτεινά σημεία της ζωής μας που με χίλιους τρόπους προσπάθησαν οι κοινωνίες να κρύψουν. Μυστήρια και ψεύτικοι θρύλοι δεν πρέπει να υπάρχουν εις βάρος ανθρώπων που έζησαν και ζουν πάνω στη μικρή μας γη. Όταν το ανθρώπινο πόδι κατόρθωσε να πατήσει περήφανα πάνω στο φυσικό δορυφόρο της γης, τη Σελήνη. Δεν είμαι ούτε λογοτέχνης ούτε φιλόσοφος. Θα προσπαθήσω όμως, αραδιάζοντας τη νήμα της ζωής μου να σας γνωρίσω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια ενώπιον Θεού και ανθρώπων, με την κρυφή ελπίδα ότι η αφήγηση αυτή θα βοηθήσει συνανθρώπους στον ανηφορικό δρόμο της ζωής, που όλοι περνούμε στον πρόσκαιρο αυτό κόσμο.(…) Το φτωχό μου αυτό δημιούργημα το αφιερώνω στη σύζυγό μου Αναστασία, το λυχνάρι, οδηγό και βοηθό της ζωής μου».
Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011
Φωτογραφίες από τη συνέντευξη της κυρίας Κλεάνθης Ρεμουντάκη
Οι παρακάτω φωτογραφίες είναι από την συνέντευξη της κυρίας Κλεάνθης Ρεμουντάκη, ανιψιάς του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη, ο οποίος νοσηλεύτηκε στη Σπιναλόγκα και αγωνίστηκε για τη βελτίωση των όρων ζωής στο νησί. Αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του κυρίου Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη θα δημοσιευτούν σύντομα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
